Δημοτικό διαμέρισμα Φυλής

 

fyli

Είναι γεγονός, πως τα σημαντικότερα μνημεία εντοπίζονται στον πρώην Δήμο Φυλής ή αλλιώς σημερινό δημοτικό διαμέρισμα Φυλής.Τούτο οφείλεται πρωτίστως στη γεωγραφική θέση της περιοχής, που περιβάλλεται από βουνά. Οι ορεινοί όγκοι παρείχαν προστασία στους κατοίκους από τις εκάστοτε εχθρικές απειλές,σε αντίθεση με τα πεδινά και παραθαλάσσια μέρη που επιλέγονταν ως τόποι εγκατάστασης σε περιόδους ειρήνης. Ένας δεύτερος λόγος είναι πως η Φυλή ή Χασιά βρίσκεται στο πέρασμα της Αττικής πρός τη Βοιωτία, αποτελώντας κομβικό σημείο.

Κατά τους προιστορικούς χρόνους σποραδικά ευρήματα μαρτυρούν πιθανή κατοίκηση σε διάφορα σημεία της ευρύτερης περιοχής της Φυλής. Τη μυκηναική περίοδο φαίνεται πως ξεκίνησε η λατρεία του Πάνα και των Νυμφών στο σπήλαιο του Πανός, η οποία συνεχίστηκε έως τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους.

Πριν περάσουμε στην κατεξοχήν ιστορική περίοδο της περιοχής, απαραίτητη κρίνεται μια σύντομη ιστορική αναδρομή στη λεγόμενη αρχαική περίοδο.

Η αρχαϊκή εποχή λοιπόν, που κυμαίνεται χρονικά από το 700/670 έως το 480 π. Χ καλύπτοντας δύο περίπου αιώνες, είναι μια εξαιρετικά σημαντική ιστορική περίοδος κατά την οποία συντελούνται μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Είναι μια εποχή που χαρακτηρίζεται από τη μια πλευρά από σκληρούς κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, πολιτική αστάθεια, αιματηρές επαναστάσεις και πιεστικά καθεστώτα, ενώ από την άλλη πλευρά τίθενται οι βάσεις για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας.

Κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου ήταν η μετάβαση από τα αριστοκρατικά καθεστώτα, όπου την εξουσία είχαν οι πλούσιοι και ευγενείς ως προς την καταγωγή, στα τιμοκρατικά, όπου κριτήριο για την απόκτηση πολιτικών προνομίων δεν ήταν πια η ευγένεια, αλλά το τίμημα, δηλ. η αποτίμηση του πλούτου. Η ευμάρεια όμως αυτών των ανθρώπων,  ερχόταν σε αξιοσημείωτη αντίθεση με το μεγάλο τμήμα του πληθυσμού που είχε ελάχιστους ή καθόλου κλήρους γης, μη μπορώντας έτσι να διαβιώσει.Τούτο προκαλούσε κοινωνικο-πολιτικές εντάσεις οι οποίες έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Για την εξομάλυνση των αντιθέσεων η άρχουσα τάξη ανέθετε σε πρόσωπα κοινώς αποδεκτά, που ανήκαν στην τάξη των ευγενών την καταγραφή των άγραφων κανόνων δικαίου και τη θέσπιση νέων νόμων. Τα πρόσωπα αυτά ονομάζονταν νομοθέτες. Παρόλα αυτά, σε πολλές πόλεις τα προβλήματα παρέμεναν. Τότε επιτήδειοι ευγενείς έβρισκαν την ευκαιρία να αναλάβουν μόνοι τους την αρχή, ιδρύοντας μοναρχικά καθεστώτα. Την κατάληψη της εξουσίας πετύχαιναν στηριζόμενοι αρχικά στην εμπιστοσύνη του δήμου. Αυτή η μορφή πολιτεύματος είναι γνωστή ως τυραννίς.

Βέβαια, η σημαντικότερη συμβολή των τυραννικών καθεστώτων ήταν η ανατροπή των παραδοσιακών θεσμών. Οι κάτοικοι των πόλεων κατανόησαν ότι μπορούσαν να διοικηθούν χωρίς τους αριστοκράτες. Στα τυραννικά καθεστώτα όλοι ήταν ίσοι, πλούσιοι και φτωχοί έναντι του τυράννου, χωρίς να υπάρχει κοινωνική διαφοροποίηση. Αυτή η ισότητα μεταβλήθηκε αργότερα σε απαίτηση ισότητας έναντι του νόμου και σε ίσα δικαιώματα στην διακυβέρνηση της πόλης-κράτους.

Μέσα λοιπόν σε αυτά τα πλαίσια, στα τέλη του 7ου π. Χ. αιώνα ανατέθηκε στον Δράκοντα η κωδικοποίηση του άγραφου δικαίου, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Η εξομάλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων επιτεύχθηκε το 594 π. Χ. με το νομοθετικό έργο του Σόλωνα. Οι μετριοπαθείς αλλαγές του που ήταν οι πρώτες προσπάθειες εκδημοκρατισμού του αθηναϊκού πολιτεύματος, ηρέμησαν προσωρινά τις αντιθέσεις. Οριστική ειρήνη επήλθε το 508 π. Χ. με το νομοθετικό έργο του Κλεισθένη.

Καταρχάς, ο Κλεισθένης παραχώρησε πολιτικά δικαιώματα σε όλους τους πολίτες και τους χώρισε σε 10 φυλές. Σε κάθε φυλή ανήκαν πολίτες από διαφορετικές περιοχές της Αττικής που ανήκαν σε διαφορετικές κοινωνικό-οικονομικές τάξεις. Επίσης πρότεινε το χωρισμό της Αττικής σε τρεις γεωγραφικές περιφέρειες, το Άστυ, την Παραλία και τη Μεσογαία και 30 τριττύες, που θα σχηματίζονταν 10 από τους δήμους του άστεως, 10 από τους δήμους της Παραλίας και 10 από τους δήμους της Μεσογαίας.Τρείς τριττύες αποτελούσαν τέλος μια φυλή. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι κάθε φυλή απαρτιζόταν από δήμους και των τριών παραπάνω γεωγραφικών περιφερειών.

Επειδή βασικός σκοπός του συντάγματος του Κλεισθένη υπήρξε η ισονομία, όρισε οι πολίτες να προσαγορεύονται με το όνομα του δήμου στο οποίο κατοικούσαν, ενώ οι νέοι θα εγγράφονταν στο δημοτολόγιο του δήμου που κατοικούσαν οι πατέρες τους. Εξαιρετικής σημασίας είναι το γεγονός ότι από την εποχή του Κλεισθένη, ο δήμος αποτέλεσε τη βασική μονάδα αυτοδιοίκησης. Επικεφαλής του δήμου βρισκόταν ο δήμαρχος, που εκλεγόταν ετησίως από τους δημότες και ο οποίος σε συνεργασία με τον ταμία διαχειριζόταν τα οικονομικά, προσέφερε θυσίες στα ιερά του δήμου, έλεγχε το δημοτολόγιο και συγκαλούσε συνελεύσεις. Εμφανείς γίνονται οι αντιστοιχίες με το σημερινό θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η οργάνωση των πολιτών σε δήμους έχει λοιπόν τις απαρχές της στην εποχή του Κλεισθένη και αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια εκδημοκρατιμού του πολιτεύματος.

Στην περιοχή του δημοτικού διαμερίσματος της Φυλής έχουν εντοπιστεί λοιπόν 6 δήμοι,ο δήμος Αιθαλιδών, ο δήμος Αρματέων, ο δήμος Κρωπιάς, ο δήμος Όης, ο δήμος Φυλής και ο δήμος Χαστιέων.

Πιο αναλυτικά:

Δήμος Αιθαλιδών

Δήμος η θέση του οποίου τοποθετείται στο χώρο της σημερινής Χασιάς

Δήμος Αρματέων

Άρμα ονομάζεται η νοτιότερη κορυφή της Πάρνηθος, Β της Μονής Κλειστών και Δ της χαράδρας του χειμάρρου της Γιαννούλας (Κελάδωνας), περιοχή όπου τοποθετείται και ο ομώνυμος αρχαίος δήμος. Ο Δήμος αυτός είναι γνωστός περισσότερο λόγω των λατρειών που αποδίδονται στην περιοχή, μιας και εδώ σύμφωνα με τον Παυσανία, υπήρχε ιερό του Παρνηθίου Διός όπου φυλάσσονταν και το λατρευτικό άγαλμα του θεού, αλλά και δύο βωμοί, ένας του Σημαλέου και ένας του Ομβρίου ή Απημίου Διός. Στην κορυφή Καραβόλα, εκτός των ορίων του σημερινού Δήμου Φυλής, έχει ανασκαφεί σπήλαιο που απέδωσε σημαντικά ευρήματα, και που ίσως ήταν ο τόπος του ιερού. Οι δύο βωμοί θα πρέπει να τοποθετηθούν κοντά στην κορυφή Καλιακούδα. Στην κορυφή του Άρματος, σύμφωνα με τον Στράβωνα, κάθονταν οι Πυθαϊσταί, οι οποίοι παρατηρώντας τα σημεία του καιρού, επέλεγαν την κατάλληλη χρονική στιγμή για να ξεκινήσει η πομπή των πιστών προς τους Δελφούς, για την έναρξη της Πυθαΐδος.

Δήμος Κρωπιάς

Ο Δήμος τοποθετείται στην περιοχή του Δέματος, στον αυχένα που χωρίζει την Πάρνηθα από το Αιγάλεω.

Δήμος Όης

Τα προηγούμενα χρόνια υπήρχε διαφωνία σχετικά με τη θέση του Δήμου αυτού. Οι νεότερες έρευνες ωστόσο, έφεραν στο φως στοιχεία που βοήθησαν στην αναγνώριση της θέσης του Δήμου της Όης, στα Δ του υψώματος Καλλιστήρι Φυλής, κοντά στο ρέμα της Μαύρης Ώρας, στη θέση με την τοπωνυμία Σπηλιές, ΒΔ του αρχαίου Δήμου των Κρωπιδών. Από το δήμο αυτό ήταν ο στρατηγός Λάμαχος, ένας από τους απεσταλμένους Αθηναίους που σύναψαν τη Νικίειο ειρήνη με τους Λακεδαιμονίους. Ο Δήμος Όης αποτελούσε εκτεταμένη αρχαία κοινότητα, που διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής, θρησκευτικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής. Η διάρκεια του δήμου, με βάση την κεραμεική, μπορεί να τοποθετηθεί από τον 4ο-3ο αι. π.Χ., έως τα ύστερα Ρωμαϊκά χρόνια (4ο-5ο αι. μ.Χ.).

Δήμος Φυλής

Ο Δήμος τοποθετείται με βεβαιότητα βάσει των ανασκαφών, ΒΑ του φρουρίου Φυλής, στη θέση Μάλλια Φυλί, και στο λόφο της Αγίας Παρασκευής.Το όνομα Φυλή, προέρχεται σύμφωνα με τον Ησύχιο από τα πουρνάρια, καθώς φυλή είναι το πρινοειδές φυτό.Η κύρια δραστηριότητα στο χώρο ανάγεται στον 5ο και 4ο αι. π.Χ., ενώ υπάρχει η πιθανότητα κατοίκησης ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Οι ανασκαφές έδειξαν ότι ο οικισμός παρέμεινε σε χρήση έως και τα βυζαντινά χρόνια, αλλά και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όταν λειτουργούσαν εδώ πανδοχεία για τους οδοιπόρους. Χαρακτηριστικό είναι πάνω από την πηγή της Αγίας Παρασκευής και προς τα Α, παρατηρήθηκαν πολλοί αρχαίοι τοίχοι που ακολουθούσαν το φρύδι του λόφου και τις ανωμαλίες του εδάφους. Το πιθανότερο είναι πως εξυπηρετούσαν αμυντικούς σκοπούς, για την προφύλαξη των κατοίκων, αλλά χρησίμευαν και ως παρατηρητήρια του στενού περάσματος. Αυτή ίσως είναι και η θέση του πρώτου φρουρίου της Φυλής του 5ου αι. π.Χ.  Πρόκειται για το φρούριο που σχετίζεται με το Θρασύβουλο και την εκδίωξη των τριάκοντα τυράννων. Συγκεκριμένα,είναι γνωστό ότι μετά τη λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου που διεξήχθη μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων της εποχής που ήταν η Σπάρτη και η Αθήνα και των συμμάχων τους και διήρκεσε από το 431-404 π. Χ νικήτρια βγήκε η Σπάρτη. Μετά τη νίκη της η Σπάρτη επέβαλε σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις ολιγαρχικά καθεστώτα που κυβέρνησαν με γνώμονα την βία και την τρομοκρατία. Το ίδιο συνέβη και στην Αθήνα όπου την αρχή ανέλαβαν τριάντα άντρες γνωστοί ως οι τριάκοντα τύραννοι. Οι Τριάκοντα τύραννοι λοιπόν προκειμένου να υπερισχύσουν επιδόθηκαν με αποφασιστικότητα στο έργο της εξουδετέρωσης των αντιπάλων. Αύξησαν τις θανατώσεις. Οι πηγές αναφέρουν ότι στο διάστημα της τυραννίας τους δηλαδή μέσα σε ένα χρόνο θανατώθηκαν 1500 αθώοι Αθηναίοι και εκπατρίστηκαν 5000. Η Αθήνα όμως στην οποία επί δεκαετίες είχε επικρατήσει το δημοκρατικό πολίτευμα δε μπόρεσε να αντέξει αυτή την πολιτειακή αλλαγή. Έτσι πολλοί Αθηναίοι κατέφυγαν στη Θήβα, στα Μέγαρα, στην Κόρινθο και στο Άργος όχι μόνο γιατί σε αυτές τις πόλεις έβρισκαν ασφαλές άσυλο και θετική υποστήριξη  στην προσπάθεια συγκρότησης μαχητικών ομάδων, αλλά και γιατί από εκεί ήταν δυνατή η ανάληψη επιχειρήσεων μέσα στο έδαφος της Αττικής. Για το σκοπό τούτο πλεονεκτούσε η Βοιωτία, επειδή από εκεί μπορούσαν να εισχωρήσουν στη Αττική άνδρες χωρίς να υποπέσουν στην αντίληψη των οροφυλάκων. Στη Θήβα είχε καταφύγει και ο Θρασύβουλος, ο οποίος ανέλαβε την ηγεσία της δημοκρατικής αντίδρασης εναντίον του ολιγαρχικού καθεστώτος της Αθήνας. Έπειτα από προετοιμασίες πέρασε με 70 συντρόφους τα σύνορα μεταξύ Βοιωτίας και Αττικής και κατέλαβε το φρούριο της Φυλής. Στην περιοχή του φρουρίου διεξήχθη το 403 π. Χ μάχη μεταξύ των ανδρών του Θρασυβούλου και του στρατού των ολιγαρχικών. Ο βαρύς χειμώνας όμως και η μαχητικότητα των ανδρών του Θρασυβούλου προκάλεσαν σοβαρές απώλειες στο στρατό των ολιγαρχικών και τους ανάγκασαν να αποχωρήσουν. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάιο του ίδιου έτους, οι δημοκρατικοί της Φυλής με τον αρχηγό τους το Θρασύβουλο οδηγήθηκαν στον Πειραιά. Εκεί ακολούθησε σκληρή μάχη μεταξύ των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών που έληξε με την ήττα της ολιγαρχικής παράταξης. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην παραπάνω μάχη έπεσε ο κυριότερος εκπρόσωπος των ολιγαρχικών. Μετά την επιτυχημένη αντιμετώπιση των επιθέσεων των τριάκοντα οι τύραννοι αποχώρησαν στην Ελευσίνα και στην Αθήνα αποκαταστάθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα.

Δήμος Χαστιέων

Η θέση του Δήμου ταυτίζεται με την περιοχή ΒΑ του σημερινού χωριού Χασιά, στην περιοχή Γκούριζα και τους πρόποδες του όρους Κεραμίδι .Ο δήμος αυτός είναι υστερότερος των υπολοίπων, και η ίδρυσή του τοποθετείται το 220/219 π.Χ.

Ο εντοπισμός των παραπάνω δήμων επιτεύχθηκε χάρη στα πλούσια ευρήματα των ανασκαφών που έγιναν στο παρελθόν και έφεραν στο φως αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, αλλά και κινητά ευρήματα, όπως λυχνάρια, αγγεία, αναθηματικά ανάγλυφα, κάποια από τα οποία εκτίθενται μάλιστα στο αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας. Τα αντικείμενα αυτά χρονολογούνται σε διάφορες περιόδους από την αρχαϊκή έως την ρωμαϊκή περίοδο, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική κατοίκηση της περιοχής. Όσον αφορά στις αρχαιολογικές θέσεις απαραίτητη κρίνεται η αναφορά στις σημαντικότερες από αυτές.

ΣΠΗΛΑΙΟ ΠΑΝΟΣ

Το Σπήλαιο του Πανός βρίσκεται στην Α πλευρά της χαράδρας της Γκούρας, σε υψόμετρο 620μ. Αποτελείται από δύο θαλάμους, ο πρώτος από τους οποίους είναι ο μεγαλύτερος, με βάθος 52μ., και ο οποίος οδηγεί στον μικρότερο θάλαμο, βάθους 10μ. Οι συνολικές διαστάσεις του σπηλαίου είναι 65Χ20μ. Το Σπήλαιο παρουσιάζει σπηλαιολογικό ενδιαφέρον, λόγω του πλούσιου σταλαγμιτικού και σταλακτιτικού του υλικού, αλλά και ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, λόγω των λατρειών που λάμβαναν χώρα σε αυτό, από τους προϊστορικούς ήδη χρόνους. Οι κύριες λατρείες ήταν του Πανός και των Νυμφών, υπάρχουν όμως ενδείξεις και για άλλες λατρευόμενες εδώ θεότητες, όπως ο Ασκληπιός. Οι ανασκαφές που διενεργήθηκαν στις αρχές του αιώνα, απέδωσαν πλούσια ευρήματα, όπως τμήματα μελανόμορφων και ερυθρόμορφων αγγείων, αναθηματικά ανάγλυφα και επιγραφές, χάλκινα και χρυσά κοσμήματα, πήλινα ειδώλια, και πλείστα αντικείμενα, όπως μία χρυσή αναθηματική κλίνη και μία χρυσή πόρπη σε σχήμα τέττιγος, αλλά και μεγάλο αριθμό λύχνων, κυρίως ρωμαϊκής περιόδου, λόγω των οποίων το σπήλαιο ονομάζεται από τους ντόπιους Λυχνοσπηλιά. Τα ευρήματα καλύπτουν περιόδους από τη Μυκηναϊκή, έως και τους πρώιμους Βυζαντινούς χρόνους.

ΦΡΟΥΡΙΟ ΦΥΛΗΣ

Το φρούριο της Φυλής βρίσκεται στη ΝΔ Πάρνηθα, σε υψόμετρο 640μ., μεταξύ των κορυφών Κασούμπι και Φυλή. Δεν αποτελεί το πρώτο φρούριο της περιοχής, το οποίο κατασκευάστηκε τον 5ο αι. π.Χ. και του οποίου η θέση αναγνωρίζεται, όπως προαναφέρθηκε πάνω από την πηγή της Αγίας Παρασκευής. Το φρούριο που σώζεται σήμερα χρονολογείται τον 4ο αι. π.Χ., και φαίνεται ότι ήταν σε χρήση έως τον 2ο αι. π.Χ. Ένας ερυθρόμορφος κρατήρας που βρέθηκε κατά τις ανασκαφές του W. Wrede, χρονολογήθηκε το 375 π.Χ. Τα τείχη του ακολουθούν τις γραμμές του εδάφους στη Β, Α και μέρος της Ν πλαγιάς του λόφου, ενώ η Δ πλευρά και μέρος της Ν, παρέμειναν ατείχιστες, καθώς οι απότομοι βράχοι αποτελούν μία φυσική οχύρωση. Είναι κτισμένο με διπλή ισοδομική τοιχοδομία, από ορθογώνιους λαξευμένους λίθους, με τείχη πάχους 2,75μ. Το σχήμα του είναι ακανόνιστο ελλειπτικό (διαστάσεις κατά προσέγγιση 30Χ100μ.) και τα τείχη διακόπτουν τέσσερις πύργοι (τρεις ορθογώνιοι και ένας κυλινδρικός), και δύο είσοδοι (η κύρια στα Α και μία μικρότερη στα Ν). Το φρούριο δέχτηκε τουλάχιστον μία επισκευή, μαρτυρημένη επιγραφικά το 236 π.Χ. Πρόκειται για μοναδικό από αμυντική άποψη έργο, που χρησίμευε ως φράγμα του δρόμου προς τη Βοιωτία, αλλά και ως καταφύγιο του πληθυσμού σε περιπτώσεις κινδύνου.

 

Φρούριο2 Φρούριο κισσός1

 

ΥΔΡΑΓΩΓΕΙΑ

Από την Πάρνηθα ξεκινούσαν κατά τη ρωμαική περίοδο δύο βασικοί κλάδοι του Αδριάνειου Υδραγωγείου, που εξυπηρετούσαν την περιοχή της Δ Αττικής, ίχνη των οποίων είναι εμφανή έως σήμερα. Το Ρέμα της Θεοδώρας διαμορφώθηκε σε υδραγωγείο που μετέφερε νερό στην Ελευσίνα. Το ίδιο μαζί με το  Ρέμα της Γιαννούλας, χρησίμευε για τη μεταφορά νερού στον ελαιώνα των Αθηνών.

 

_PIC0108 03

theatro_pigi

 

Περνώντας στη βυζαντινή περίοδο  και ιδίως τον 13ο αιώνα μ. Χ  την περίοδο δηλαδή της  φραγκοκρατίας καταργήθηκε η ορθόδοξη μητρόπολη το 1206  και αντικαταστάθηκε από τη Λατινική, με μητροπολίτη τον Βεράρδο. Τριβές μεταξύ του κυριάρχου Όθωνα delaRoche και του Βεράρδου, σχετικά με το ποιος θα φορολογούσε οικισμούς, μοναστήρια και εκκλησίες, προκάλεσαν την παρέμβαση του ίδιου του πάπα Ιννοκέντιου Γ’, ο οποίος με βούλα του 1209 καθόριζε ποια θα φορολογούσε μόνο ο Βεράρδος. Ανάμεσα σε αυτά αναφέρονται οι περιοχές Felin, Cassas και Curiomonaster. Η ονομασία Felin, αφορά  τον οικισμό που υπήρχε στη  θέση «Πηγή της Αγίας Παρασκευής» σε αδιάλειπτη συνέχεια από την αρχαιότητα μέχρι και την περίοδο της τουρκοκρατίας, όπου υπήρχαν «χάνια». Η ονομασία Cassas ταυτίζεται με τη Χασιά, ενώ το Curiomonaster με τη Μονή Κλειστών. Άρα η βούλα του 1209 θεωρείται ως terminusantequem (χρονικό όριο πριν από το οποίο) για την ύπαρξη των οικισμών Φυλής και Χασιάς, αλλά και για το μοναστήρι της περιοχής.

Κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο και συγκεκριμένα το 1383 μ. Χ από τους Καταλανούς οργανώθηκε ο πρώτος εποικισμός Αρβανιτών στην Αττική, συγκεκριμένα στη Χασιά, η οποία προϋπήρχε και ενισχύθηκε τότε πληθυσμιακά, στο Καματερό και στα Λιόσια, προκειμένου να φρουρούνται τα περάσματα και οι βόρειες περιοχές του αθηναϊκού πεδίου. Αν και παραμένει άγνωστο το πότε η Χασιά αναδείχτηκε σε δερβένι, δηλαδή πότε επιφορτίστηκε με την υποχρέωση της φύλαξης των περασμάτων, φαίνεται πιθανό πως απέκτησε τον παραπάνω ρόλο με τον εποικισμό των Αρβανιτών. Ο οικισμός με το όνομα Χασιά «το μεγαλύτερο χωριό της Αττικής», σύμφωνα με τον περιηγητή Leake, πήρε το όνομα του κατά την επικρατέστερη άποψη από τη γεωγραφική του θέση. Το όνομα οφείλεται στη φυσική διαμόρφωση της περιοχής, μέσα στην οποία κρύβεται το χωριό.

Το 1456 η Αθήνα παραδόθηκε στους Τούρκους και μετατράπηκε σε «καζά», δηλαδή σε επαρχία της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερο διοικητικό καθεστώς απολάμβανε το χωριό Χασιά, χάρη στη στρατηγικής σημασίας γεωγραφική θέση του, αφού βρισκόταν στην κυριότερη οδό επικοινωνίας της Αθήνας με τη Θήβα. Οι ειδήσεις για το καθεστώς του δερβενίου της Χασιάς είναι περιορισμένες. Σύντομα αναφέρεται ότι σε αντιστάθμισμα της φύλαξης του περάσματος, οι Χασιώτες όφειλαν να καταβάλλουν μόνο δέκα άσπρα ανά οικογένεια, ένα φόρτωμα σιταριού και κριθαριού από την παραγωγή τους, τον ποιμενικό φόρο, τους φόρους των μεταλλείων και της μαστίχας και το δικαίωματου γάμου. Επίσηςείχαν το δικαίωμα οπλοφορίας. Στα προνόμια αυτά απαγορευόταν κάθε παρέμβαση είτε από τις τοπικές οθωμανικές αρχές είτε από τους Έλληνες δημογέροντες της Αθήνας.

Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα η Χασιά γνώρισε ιδιαίτερη ακμή, όπως μαρτυρούν τα εκκλησάκια της, που τα περισσότερα χρονολογούνται κατά την περίοδο αυτή. Την ίδια περίοδο εικονογραφήθηκε κατά πάσα πιθανότητα και ο Άγιος Πέτρος παρά τις απαγορεύσεις των Οθωμανών σχετικά με τον εξωραϊσμό των εκκλησιών. Σε τούτο συνετέλεσε και το γεγονός ότι οι Τούρκοι δε διέμεναν στα χωριά της αττικής υπαίθρου.

Τον 19ο αιώνα, το έτος 1817 εκδόθηκε νέο φιρμανι για την επιβεβαίωση των προνομίων του δερβενίου, κατόπιν αιτήματος των Χασιωτών, εξαιτίας παραβιάσεων της ατέλειας και άλλων παρενοχλήσεων σε βάρος τους, που υποκινούσαν οι δημογέροντες της Αθήνας. Η επιβεβαίωση των προνομίων βοήθησε τους Χασιώτες στην οργάνωση μαζί με τους κατοίκους των γύρω χωριών της εξέγερσης κατά των Οθωμανών. Παρακάτω αναφέρεται συνοπτικά η συμβολή των Χασιωτών και του Μελέτη Βασιλείου στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Τούρκων:

1821: Η «Φιλική Εταιρεία» είχε δραστηριοποιηθεί στην Αττική, οργανώνοντας την εξέγερση των ραγιάδων. Στη «Φιλική Εταιρεία» είχε μυηθεί και ο δερβεντζής καπετάνιος Μελέτης Βασιλείου. Την 1η του Απρίλη οι Χασιώτες εξοπλίστηκαν με το πρόσχημα προστασίας της Αθήνας. Στις 14 Απριλίου, οι Χασιώτες επιτέθηκαν υπό την αρχηγία του Μελέτη Βασιλείου στην Κηφισιά, όπου ήταν θέρετρο των Τούρκων και επέστρεψαν στο Μενίδι, οργανώνοντας στρατόπεδο με τους Μενιδιάτες και άλλους Έλληνες. Στις 25 Απριλίου οι επαναστάτες επιτέθηκαν στην Αθήνα, την ελευθέρωσαν, ενώ οι Τούρκοι περιορίστηκαν στην Ακρόπολη. Στις 14 Ιουνίου, ο Μελέτης Βασιλείου ανέλαβε πραξικοπηματικά την αρχηγία των επαναστατών. Στις 20 Ιουλίου στην Αθήνα έφτασαν Τούρκοι λύνοντας την πολιορκία. Ταυτόχρονα έκαναν επιδρομές στα χωριά, λεηλατώντας, σκοτώνοντας και βάζοντας φωτιά. Τότε κάηκε και η Μονή Κλειστών. Στις 3 Νοεμβρίου οι Τούρκοι εγκλείστηκαν για δεύτερη φορά στην Ακρόπολη.

1822: Στις 10 Ιουνίου, οι Τούρκοι παρέδωσαν στους Έλληνες την Ακρόπολη. Στις 21 Αυγούστου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος έφτασε στην Αθήνα και ανέλαβε τη φρουραρχία του κάστρου.

1823: Οι Τούρκοι άρχισαν την κάθοδό τους στην Αττική.

1824: Ο Μελέτης Βασιλείου προήχθη στο βαθμό του χιλίαρχου.

1825: Δεν υπήρξαν σημαντικές εξελίξεις σε κανένα τομέα.

1826: Στις αρχές Ιουνίου δολοφονήθηκε ο Μελέτης Βασιλείου από συμπατριώτες του, ενώ οι Τούρκοι έφταναν στην Αττική. Στις 3 Αυγούστου οι Τούρκοι κατέλαβαν την Αθήνα και πολιόρκησαν την Ακρόπολη.

1827: Εγκατάσταση ελληνικού στρατοπέδου υπό Μαυροβουνιώτη, Βούρβαχη και Νοταρά στη Χασιά. Στις 25 Μαΐου, η Ακρόπολη παραδόθηκε στους Τούρκους, ενώ οι Έλληνες κατέφυγαν στη Σαλαμίνα. Στις 20 Σεπτεμβρίου συνωμοτικές κινήσεις στην επαρχίας της Αττικής για εξέγερση.

1828: Στις 7 Ιανουαρίου έφτασε στο Ναύπλιο ο Α’ Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, ενώ στις 9 του ίδιου μήνα εγκαταστάθηκε στην Αίγινα. Κατά την διάρκεια Φεβρουαρίου- Μαρτίου, στην επαρχία της Αττικής ετοιμάζονταν για εξέγερση, γεγονός το οποίο γνώριζε τόσο ο Καποδίστριας όσο και ο Δ. Υψηλάντης.

1829: Στις 18 Μαΐου εγκατάσταση στρατοπέδου στη Χασιά υπό τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Στις 25 Μαΐου έγινε μάχη στον Άγιο Ιωάννη Χασιάς που έληξε με ήττα των Τούρκων και απελευθέρωση μεγάλου μέρους της Αττικής. Στις 6 Ιουλίου ξαναέγινε μάχη στον Άγιο Ιωάννη Χασιάς με ήττα και πάλι των Τούρκων. Ήταν η τελευταία μάχη στην Αττική.

1830: Στις 22 Ιανουαρίου υπογράφτηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδας, ενώ τον Αύγουστο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, η διορισμένη από τον Καποδίστρια επιτροπή με σκοπό την επίβλεψη των πωλήσεων των οθωμανικών κτημάτων.

Οι ειδήσεις που έχουμε για τη λειτουργία της Μονής Κλειστών κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας είναι περιορισμένες. Ήταν ανδρικό μοναστήρι και υπαγόταν εκκλησιαστικά στη μητρόπολη Αθηνών. Ήταν μετόχι της Μονής Πεντέλης ως το 1932. Είχε αξιόλογη κτηματική περιουσία, ενώ οι ηγούμενοι της συμμετείχαν στα κοινά της Αθήνας και προσυπέγραφαν σχετικά έγγραφα. Το 1821 το μοναστήρι πυρπολήθηκε από τους Τούρκους. Το 1834 οι μοναχοί ζήτησαν να εγκαταλείψουν τη Μονή και να καταφύγουν στη Μονή Πεντέλης. Το 1836 ύστερα από αίτηση των χωρικών, οι μοναχοί επέστρεψαν στη Μονή Κλειστών. Το μοναστήρι λειτούργησε ως ανδρικό μέχρι το 1930.

Μονή Κλειστών, Φυλή, Χασιά, δήμος Φυλής

moni_kleiston moni_kleiston1 moni_kleiston2

 

Από την παραπάνω εξαιρετικά σύντομη ιστορική αναδρομή προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο σημερινός δήμος Φυλής βρίσκεται σε περιοχή που έχει κατοικηθεί σε διάφορες θέσεις αδιάλειπτα από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα.

Με τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους το 1830, υπήρχε το χωριό της Χασιάς.Οι γνώσεις μας για την οργάνωση των δήμων μεταξύ των ετών 1830-1840 είναι περιορισμένες. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι μέχρι το 1840 υπήρχε ο δήμος Χαστιάς τον οποίο αποτελούσαν κατά πάσα πιθανότητα τα χωριά Χασιά, Καλύβια, Μονή Κλειστών, Καματερό και Λιόσια. Το 1840 με διάταγμα (Φ.Ε.Κ. 22/18.12.1840) αποφασίστηκε η συγχώνευση των Δήμων της Αττικής,  από 8 σε 5. Εξαιρετικού ενδιαφέροντος είναι το γεγονός ότι ο δήμος Χαστιάς διατηρήθηκε, μετονομάστηκε όμως σε δήμο Φυλής έχοντας ως πρωτεύουσα τη Χασιά και αποτελούμενο από τα παρακάτω χωριά: Μενίδι, Κουκουβάουνες,Χασιά, Καλύβια, Μ. Κλειστών,Βαρυμπόμπη,Λιόπεσι,Μαούνια, Τατόι, Μονομμάτι, Καματερό και Λιόσια.

Το έτος 1912 είναι γνωστό βάσει διατάγματος( Φ.Ε.Κ. 262/31.08.1912), ότι ο δήμος Φυλής μετονομάστηκε σε κοινότητα Χασιάς. Ταυτόχρονα σε αυτόνομες κοινότητες αναδείχθηκαν τα Άνω Λιόσια, ο Ασπρόπυργος και το Μενίδι. Έκτοτε οι κοινότητες αυτές ακολούθησαν καθεμία τη δική της πορεία. Στις κοινότητες αυτές προστέθηκαν μικρότεροι οικισμοί π.χ. οι Κουκουβάουνες προσαρτήθηκαν τότε στο Δήμο Αθηναίων, ενώ το Καματερό προσαρτήθηκε στο Μενίδι.

Το 1915 με διάταγμα( Φ.Ε.Κ. 273/11.08.1915) η κοινότητα Χασιάς μετονομάστηκε σε κοινότητα Φυλής.Τα τελευταία χρόνια η κοινότητα Φυλής μετονομάστηκε σε Δήμο Φυλής.

Τέλος, με το νόμο 3852, γνωστό και ως καλλικρατικό νόμο (Φ.Ε.Κ. 87Α/7.06.2010) συστάθηκε ο Δήμος Φυλής με έδρα τα Άνω Λιόσια, αποτελούμενος από τους Δήμους Άνω Λιοσίων, Ζεφυρίου και Φυλής, οι οποίοι καταργήθηκαν.

Από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο πρώην δήμος Φυλής έχει πλούσιο ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Κατοικήθηκε αδιάλλειπτα από τους προιστορικούς αιώνες έως σήμερα, ενώ οι κάτοικοι του συμμετείχαν ενεργά στα εκάστωτε ιστορικά δρώμενα είτε επρόκειτο για τη δίωξη των τριάκοντα τυρράνων είτε επρόκειτο για την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Τούρκους.

Ο πρώην Δήμος Φυλής λαμβάνοντας υπόψη την ιστορία όρισε ως έμβλημα του Δήμου τον κισσό, ο οποίος συμβόλιζε τον από αρχαιοτάτων χρόνων αναρριχώμενο κισσό στο αρχαίο φρούριο της Φυλής.

emvlima_palio_dimou_fylis